“Τα Κρόταλα του Χρόνου”
Το δεύτερο μυθιστόρημα του Μάριου Μιχαηλίδη
Του Νικήτα Παρίση
εφ. Καθημερινή (εκδ. Κύπρου) 23/5/2011
Ο Μάριος Μιχαηλίδης θήτευσε πρώτα στην ποίηση. Συναριθμεί ήδη στο εκδοτικό-ποιητικό ενεργητικό του τέσσερις ποιητικές συλλογές: Αντίκρυ στην Ανατολή, Κύπρος 1970, Τα Ανεξίτηλα, εκδ. Δόμος, Αθήνα 1986, Τα Αναστάσιμα, – σε χίλια αριθμημένα αντίτυπα εκτός εμπορίου- εκδ. Εκπαιδευτηρίων Δούκα. Κορυφαία η τελευταία ποιητική συλλογή με τον εύγλωττο τίτλο Σαν άλλοθι οι λέξεις, Μεταίχμιο 2003.
Οι λέξεις! Αυτές, κυρίως, αναδεικνύει στην ποίησή του ο Μάριος Μιχαηλίδης. Τα χρώματα, τους ήχους, τον κυματισμό και τη μαγεία των λέξεων. Είναι γλωσσοκεντρικός ποιητής, με την έννοια ότι πρώτα αναδεικνύει την ανάσα και την αύρα της γλώσσας. Τα νοήματα, ο ποιητικός στοχασμός ή το αυτοσυγκρατούμενο ερωτικό στοιχείο, αναδεικνύονται ως μεταγλωσσικές και δευτερογενείς πραγματώσεις.
Το 2007 ο Μάριος Μιχαηλίδης εισβάλλει απότομα και αιφνιδιαστικά στη λογοτεχνική ελλαδική αγορά ως πεζογράφος με το έργο Ο Οστεοφύλαξ. Πρόκειται για πεζό που προκάλεσε αναγνωστικό ξάφνιασμα. Δημιούργησε έκπληξη, απορίες και αμηχανία. Οι αιτίες για όλα αυτά πολλαπλές: η ιδιότυπη γλώσσα, με ισχυρή απόκλιση προς μία αποξεχασμένη λόγια καθαρεύουσα, που λειτούργησε ως παίζουσα ειρωνεία∙ το θέμα, ο χώρος δράσης (ένα οστεοφυλάκιο), τα πολλαπλά ευρήματα, τα πρόσωπα, οι υπόγειες μηχανορραφίες, ο ερωτισμός, οι αναγωγές και οι αναφορές στη βαλκανική μας μιζέρια (τωόντι θλιβερά τα Βαλκάνια) και, τέλος, παλαιο-εμφυλιακά σύνδρομα, ζωντανά ακόμη και δηλητηριώδη για τη δημόσια ζωή.
Υπάρχει βεβαιωμένη, με επίσημα τεκμήρια, η αποδοχή και η υποδοχή του Οστεοφύλακα από το αναγνωστικό κοινό και την έντυπη και ηλεκτρονική κριτική αποτίμηση. Αποτελεί έκπληξη και εμπράγματη βεβαίωση αναγνώρισης της ποιότητας του βιβλίου ότι συγκέντρωσε και καταγράφει στο ενεργητικό του 14 θετικές κριτικές. Ολική η απουσία των αρνητικών. Η δεύτερη δημόσια και επίσημη αναγνώριση του βιβλίου είναι η βράβευσή του από το Υπουργείο Παιδείας και πολιτισμού της Κύπρου.
Το 2010 ο Μάριος Μιχαηλίδης δημοσιεύει το δεύτερο πεζό έργο του, Τα κρόταλα του χρόνου (Μεταίχμιο). Το αναγνωστικό κοινό, ενδεχομένως και η κριτική, ανέμεναν ένα είδος επανάληψης της γλωσσικής, υφολογικής και θεματικής ιδιοτυπίας του Οστεοφύλακα. Απόδειξη και πειστικό τεκμήριο ότι είχε δημιουργήσει ισχυρές προσδοκίες (ή και προδεσμεύσεις για το συγγραφέα).
Όμως, μια γνήσια και αυθεντική συγγραφική ανησυχία δε δημιουργεί το νέο έργο της με ήχους, απόηχους και χρωματισμούς, με τα υλικά δηλαδή του προηγούμενου. Παράγει νέο έργο, αυτόνομο, με έκτυπη τη σφραγίδα της δικής του αυτονομίας και πρωτοτυπίας. Και, ακριβώς, αυτή είναι η πρώτη συγγραφική δυναμική και του έργου και του δημιουργού: το γεγονός δηλαδή ότι μπόρεσε –ο δημιουργός-, με μια εκπλήσσουσα δυναμική αυθυπέρβασης, να αποδεσμευτεί από τις καταβολές και τα ισχυρά θέλγητρα του Οστεοφύλακα. Αν παγιδευόταν στο ίδιο συγγραφικό κλίμα, θα βούλιαζε σε ένα είδος επαναλαμβανόμενης και ανιαρής μανιέρας.
Τύχη αγαθή, υπήρξα ο πρώτος αναγνώστης για Τα κρόταλα του χρόνου. Εννοώ αναγνώστης όχι του εκδομένου βιβλίου αλλά των χειρογράφων. Έζησα δηλαδή το έργο στην προεκδοτική του μορφή∙ θα έλεγα, επομένως, ότι βίωσα τον πυρετό και την αγωνία της δημιουργίας του. Και είναι, ομολογουμένως, μια σπάνια τύχη να παρακολουθεί κανείς το έργο εν τω γίγνεσθαι.
Πρώτος αναγνώστης σημαίνει και πρώτος κριτής. Κριτής όμως αποδεσμευμένος από συναισθηματισμούς και από τις εμπλοκές και τις κριτικές δυσλειτουργίες που προκαλούν οι προσωπικές γνωριμίες και οι φιλικοί δεσμοί.
Μπορώ έτσι σήμερα, με τα εχέγγυα των πολλαπλών αναγνώσεων, να αποτολμήσω μια πρώτη κριτική αξιολόγηση. Θα έλεγα, λοιπόν, με τρόπο κάπως συνθηματικό, ότι το μυθιστόρημα του Μάριου Μιχαηλίδη Τα κρόταλα του χρόνου είναι έργο ποιητικογενές. Εννοώ ότι συνυφαίνει έντεχνα και δημιουργεί μια εύστοχη συζυγία, συνδέοντας το πραγματικό με το ποιητικό-υπερβατικό. Πρόκειται δηλαδή για έργο διφυές με δύο νήματα αφηγημένου μύθου: το ένα έχει τις καταβολές του στην περιοχή της ιστορίας, ενώ το δεύτερο, υπερβαίνοντας το επίπεδο της αφηγηματικότητας, στοιχειοθετεί ένα χώρο ποιητικής λειτουργίας.
Αυτή, ακριβώς, η συνύφανση πραγματικού-ρεαλιστικού στοιχείου και ισόρροπου ποιητικού, δημιουργεί έναν δίκλωνο μύθο με εύστοχες εναλλαγές και μεταπτώσεις από το ένα επίπεδο στο άλλο.
Το ρεαλιστικό-πραγματικό επίπεδο μάς ανάγει στο χώρο της ιστορίας και συγκεκριμένα στα οθωνικά χρόνια. Αφηγηματοποιείται δηλαδή μια συγκεκριμένη χρονική περίοδος με ζωντανεμένα τα πρόσωπα του “τότε” (Όθωνας, Αμαλία, Μακρυγιάννης, Κωλέττης κλπ) και ζούμε την ατμόσφαιρα μιας αυλικής ολισθηρότητας, ντυμένης και χρωματισμένης με ερωτικούς ιριδισμούς και ήχους.
Η ιστορικότητα όμως της αφήγησης δε λειτουργεί πάντα στο επίπεδο της ιστορικής ακριβολογίας. Μυθοποιείται, εντάσσεται και χρωματίζεται από τα ευρήματα της μυθοπλασίας και τις εισβάλλουσες στο έργο λεπτομέρειες της συγγραφικής επινοητικότητας. Αυτή, εξάλλου, είναι η έννοια και η λειτουργία της λογοτεχνίας, όταν αντλεί το πρωτογενές υλικό από το χώρο της ιστορίας και το οδηγεί στην ευρηματική αφηγηματοποίηση.
Το πιο σημαντικό όμως είναι κάτι άλλο. Πρόκειται για το καταληκτικό αφηγηματικό εύρημα του Μάριου Μιχαηλίδη. Αυτό, ακριβώς, το εύρημα δημιουργεί τη γενναία ανατροπή στη ροή του μύθου και στην οριστική του κατάληξη.
Μέσα στη δυναμική αυτού του ευρήματος, τα δύο επίπεδα του μύθου, το ιστορικό και το ποιητικό, συναιρούνται, προσγειώνονται σε ένα τρίτο επίπεδο, όπου όλα λειτουργούν ως μία κυοφορούμενη κινηματογραφική σκηνοθεσία, που ντύνεται όμως και την ασφυξία την αβάσταχτη, αυτή που προκαλούν τα προσωπικά αδιέξοδα. Αυτό, ακριβώς, το εύρημα αποτελεί και το μέγιστο εύσημο για τη συνολική αφήγηση που περιέχεται στα Κρόταλα του χρόνου.
Να κλείσω, όμως, αυτό το σημείωμα με μια γενικότερη θέση. Προσωπικά πιστεύω ότι η λογοτεχνία περνάει μια κρίση ποιότητας. Αυτή την κρίση την ονομάζω συρρίκνωση της αισθητικής, δηλαδή της ομορφιάς σε θέματα γλώσσας και εκφραστικής. Ο Μάριος Μιχαηλίδης κατορθώνει να κρατηθεί έξω από αυτή την κρίση γλωσσικής έκπτωσης.
Μάριος Μιχαηλίδης, Τα κρόταλα του χρόνου, μυθιστόρημα, εκδ. Μεταίχμιο 2010,
Του Δημήτρη Αθηνάκη*
Ο Μάριος Μιχαηλίδης καταφέρνει, για μιαν ακόμη φορά, να ενώσει, σ’ ένα επιτυχές όλον, τον μύθο με τον λόγο, καθώς και να διαγράψει, χωρίς περιορισμούς, τη γραμμική εξέλιξη του χρόνου
Είναι πια κατεστημένη συγγραφική αντίληψη, στον χώρο της ελληνικής λογοτεχνίας, η ένταξη σ’ ένα κείμενο ιστορικών προσώπων ή εποχών, ένδοξων ή μη, της ελληνικής ιστορίας. Φαίνεται πως οι συγγραφείς επιστρέφουν στο, πρόσφατο ή απώτερο, παρελθόν προκειμένου ν’ αντλήσουν θέματα και πρόσωπα για να χτίσουν το λογοτεχνικό τους οικοδόμημα. Οι αιτίες μπορεί να είναι πολλές, όσο πολλές είναι οι εκφάνσεις αυτών των επιλογών.
Ως αιτία θα μπορούσε να θεωρηθεί η απαξίωση του παρόντος ή, αντίθετα, η απαξιωτική τάση ιδεών, αρχών και αξιών στη σημερινή εποχή. Επιπλέον, δύσκολα μπορεί κανείς να φιλτράρει τα γεγονότα, ώστε να καταφέρει ν’ αποδώσει στοιχεία και στοιχειά τού σήμερα, τη στιγμή που αυτά συμβαίνουν ή επωάζονται. Ομοίως, η αίγλη περασμένων εποχών, αμετάκλητα εγκατεστημένων στα βάθη της ιστορίας -ευτυχώς κάπου κάπου- μοιάζει να ελκύει τους συγγραφείς ως μια επιλογή που φωτίζει το παρόν έχοντας ως εργαλείο το παρελθόν.
Συναφώς, οι εκφάνσεις όλων των παραπάνω μοιάζουν να διαμοιράζονται σε πάμπολλα κομμάτια. Έτσι, βλέπουμε μυθιστορήματα, διηγήματα ή νουβέλες, και ποιητικές συλλογές ενίοτε, που χρησιμοποιούν το ιστορικό στοιχείο άλλοτε ως δικλίδα ασφαλείας έναντι του ρίσκου της τοποθέτησης για τα τρέχοντα, άλλοτε ως την εύκολη λύση, μέσω του, ομολογουμένως κοπιώδους, διαβάσματος ιστορικών πηγών, άλλοτε ως μία κατά τι εστέτ επιλογή διαμέσου συγκεκριμένων, κάθε φορά, επιλογών εποχής. Απ’ την άλλη, τα λογοτεχνικά έργα με σαφές το ιστορικό στίγμα χρησιμοποιούνται είτε ως μέσα επανεπινόησης είτε, άλλες φορές, αποκατάστασης της ιστορικής «αλήθειας». Συνηθισμένο γεγονός είναι, πάντως, η πατριδολαγνεία, η οποία, βέβαια, είναι μια άλλη υπόθεση…
Ο Μάριος Μιχαηλίδης είναι από τους συγγραφείς που φαίνεται πως χρησιμοποιούν τον μύθο και τον λόγο, την ιστορία και το τρέχον ως γεγονότα αλληγορικής σημασίας και αξίας. Όπως είχε φανεί και στον Οστεοφύλακα (Μεταίχμιο, 2007), το αμέσως προηγούμενο έργο του, οι συμβολισμοί, οι στοχασμοί, οι πολιτικές παρεμβάσεις και τα ιστορικά υπονοούμενα κατέκλυζαν το κείμενο, καθιστώντας το τόσο ευθύβολο, όσον αφορά την κατανόησή του, κι άλλο τόσο παραμυθητικό, σχετικά με όσα έθιγε, εστιάζοντας, τότε, στις πολιτικές συνωμοσίες και στα παράξενα παιχνίδια στη βαλκανική γειτονιά μας.
Το 2010, ο συγγραφέας επανέρχεται με ένα αλληγορικής προοπτικής έργο, όπου βρίσκουμε παρούσες και πάλι τις συγγραφικές του, καλώς νοούμενες, εμμονές: την ποιητικότητα της γλώσσας (ο Μιχαηλίδης έχει άλλωστε θητεύσει με επιτυχία στην ποίηση), που κάποιες φορές, μοιραία, υποπίπτει στο επίπεδο των καλοσυνάτων μα και αυστηρών φιλολογικών ελληνικών, το αδιάκοπο πηγαινέλα απ’ το αφηγηματικό παρόν στο αντίστοιχο παρελθόν, με εγκιβωτισμούς και παρεκβάσεις, την επιτυχή προσαρμογή της έντασης της γλώσσας και της εν γένει αφήγησης στο εκάστοτε πρόσωπο και στην εκάστοτε στιγμή, τις οριακές, σαρκαστικές, μα και παρωδιακές καταστάσεις των ηρώων, και, τέλος, τον τριτοπρόσωπο παντογνώστη αφηγητή, ο οποίος παλεύει να συνδέσει το προσωπικό με το συλλογικό. Επιπρόσθετα, ο Μιχαηλίδης, εδώ, κάνει αναφορές και στην κυπριακή καταγωγή του, μέσω των περιγραφών στον κύπριο αυλικό των Βαυαρών.
Η ιστορία είναι απλή και, τελικά, έρχεται σε δεύτερη μοίρα, αφού κύριο μέλημα του Μιχαηλίδη είναι, σχεδόν καθ’ όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης, το πώς και όχι το τι, με το τελευταίο, ωστόσο, να δημιουργεί την κατάλληλη ατμόσφαιρα – ειδικά στο τέλος, όπου καλόν είναι να μην αποκαλυφθεί, αφού είναι καίριας σημασίας αυτή η κορύφωση. Έτσι, στο, καθ’ όλα ποιητικό, υψίπεδο της ατέρμονος φυγής, ο πρώτος, με σειρά εμφάνισης, ήρωας καταφεύγει για να σωθεί απ’ την αβάσταγη ζωή του, για να σώσει, όπως υπονοείται, απ’ τον υποδόριο θυμό του, απ’ τη λύσσα του, και όλους όσοι τον περιτριγυρίζουν. Εκεί, δημιουργεί ένα κοπάδι από άλογα. Ευρηματική επιλογή του προκείμενου ζώου, μια και συμβολίζει, όπως μοιάζει, μια δυναμικότητα και μιαν ελευθερία να ταξιδεύει στον χώρο – εδώ, και στον χρόνο.
Ίσως με τον θρυλικό Πήγασο κατά νου, ο Μιχαηλίδης χρησιμοποιεί το άλογο ως μέσον για να θυμηθεί έναν πρόγονό του, ελπιδοφόρο νέο στρατιωτικό στα χρόνια, και τις αυλές, του Όθωνα και της Αμαλίας, με παράλληλες αναφορές στον σπουδαίο Μακρυγιάννη και στον Καλλέργη, με ό,τι αυτή η ιστορική περίοδος συνεπάγεται (Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου, η οποία παίζει βασικό ρόλο), δίχως, εντούτοις, να τηρείται, συγγραφική αδεία, η ιστορική ακρίβεια. Και πάλι: το εύρημα του αλόγου, που φέρει μιαν αλλούτερη ηρεμία, αναλαμβάνει αυτόν τον ρόλο του όταν ο ήρωας καθησυχάζεται, κάποια στιγμή, και μπορεί, άνετα πια, να παλέψει με την αδυσώπητη μνήμη του. Καινούργιες μπόρες γι’ αυτόν, άνοιγμα της ιστορίας για μας.
Στις περιγραφές, ακόμη και στην, κατά σημεία, παρωδία του βασιλικού ζεύγους, ο συγγραφέας καταφέρνει ν’ αποδώσει, γλωσσικά και ατμοσφαιρικά, την εποχή. Όπως άλλο τόσο με επιτυχία μπορεί ν’ αποσπάσει τον πρώτο ήρωα από τον χώρο και τον χρόνο, ωθώντας μας σε μιαν ανάγνωση που προϋποθέτει ορθάνοιχτες τις αισθήσεις, λίγο απομακρυσμένες απ’ τη λογική – μα κοντά στη φαντασία, τον μύθο και τα ένστικτα.
Ο Μάριος Μιχαηλίδης καταφέρνει, για μιαν ακόμη φορά, να ενώσει, σ’ ένα επιτυχές όλον, τον μύθο με τον λόγο, καθώς και να διαγράψει, χωρίς περιορισμούς, τη γραμμική εξέλιξη του χρόνου. Και κάτι ακόμη: επιτυγχάνει να σε κάνει ν’ αδιαφορείς για το εάν αυτό που διαβάζεις είναι νουβέλα, μυθιστόρημα ή -γιατί όχι;- ποίημα, είναι πρωτίστως καθαρόαιμη λογοτεχνία.
*Ο Δημήτρης Αθηνάκης είναι ποιητής
Έντυπη Έκδοση – Eλευθεροτυπία
Βιβλιοθήκη, Σάββατο 4 Σεπτεμβρίου 2010
Φλας μπακ στην 3η Σεπτεμβρίου
Από την Μ. Θεοδοσοπούλου
Εισερχόμενοι αισίως -τρόπος τού λέγειν αισίως- στη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα, ο Μακρυγιάννης ως θέμα μυθιστορήματος δείχνει παρακινδυνευμένο. Τι είδους μυθιστόρημα μπορεί να προκύψει με ένα ιστορικό πρόσωπο, που έχει υποστεί δύο νεκραναστάσεις, όπου η πρώτη, εκείνη του Μεσοπολέμου, το εξύψωσε σε μύθο και η δεύτερη, των αρχών του τρέχοντος αιώνα, το ελεεινολόγησε ως μετριότητα; Ποιος Μακρυγιάννης θα πρωταγωνιστούσε; Ο αγωνιστής της Επανάστασης με την τεσσαρακονταετή στρατιωτική και πολιτική δράση; Ο Μακρυγιάννης ως πρότυπο των φυλετικών αρετών των Ελλήνων; Ή ο Μακρυγιάννης ως ήρωας ενός εθνικιστικού μύθου; Και οι τρεις δείχνουν απευκταίοι. Ο πρώτος, θα οδηγούσε σ’ ένα παλαιομοδίτικο ιστορικό μυθιστόρημα, ενώ με τον δεύτερο, ο υποψήφιος συγγραφέας θα διακινδύνευε να χαρακτηριστεί εθνικιστής. Ο τρίτος πάλι, που θα ήταν και ο πλέον ενδεδειγμένος, καθόσον συνάδει με τις τρέχουσες εκτιμήσεις περί του ιστορικού προσώπου, μοιάζει ασύμβατος προς έναν Κύπριο όπως ο Μάριος Μιχαηλίδης. Αν μη τι άλλο, γιατί «ο στρατηγός είχε μεγάλη συμπάθεια στους Κύπριους», όπως αναφέρει ο ίδιος ο συγγραφέας στο μυθιστόρημα που, τελικά, έγραψε. Κι αυτό, κατορθώνοντας να παραμερίσει και τις τρεις αυτές σχηματοποιήσεις του Μακρυγιάννη. Το μυστικό της επιτυχίας του βρίσκεται στο τρίπτυχο των ιδιοτήτων του: Κύπριος – φιλόλογος – ποιητής, που λειτούργησε συντεταγμένα σε αντίστροφη φορά.
Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα της ίδιας έκτασης με το πρώτο πεζογράφημα του Μιχαηλίδη, «Ο Οστεοφύλαξ», που είχε εκδοθεί προ τριετίας και το οποίο ο συγγραφέας δεν προσδιόριζε ειδολογικά. Εκείνο, οι ειδήμονες, με κριτήριο την έκτασή του, το είχαν εντάξει στις νουβέλες. Τελικά, και τα δύο, λόγω του περίτεχνου και πολύπτυχου της δομής τους, συνιστούν μάλλον σύντομα μυθιστορήματα. Στο πρόσφατο, εκτυλίσσονται δύο αφηγήσεις: μία βραδείας εξέλιξης και ποιητικής υφής και μία άλλη, εκτενέστερη και ιστορικής εστίασης. Κατά τις εναλλαγές τους αποκαθίσταται μια σχέση διαδοχής μέσα από τους συνειρμούς ενός αφανούς και παντεπόπτη αφηγητή, καθώς οι υπερκόσμιες σκιές της πρώτης αφήγησης παίρνουν στη δεύτερη την οντότητα ιστορικών και μυθοπλαστικών προσώπων. Τελικά, οι δύο αφηγήσεις συγκλίνουν, συγχωνευόμενες σε μία, η οποία και ανατρέπει, κατά τρόπο απομυθοποιητικό, την υπόσταση αμφοτέρων.
Η πρώτη έχει ως κεντρικό πρόσωπο «έναν αναχωρητή της ζωής», που ζει έγκλειστος σε μια σπηλιά, όπως άλλοτε κάποιοι ασκητές, κυνηγημένος κι αυτός από τις Ερινύες του. Το μέρος προβάλλει απόκοσμο, σαν σύνθεση επιμέρους τοποθεσιών ή και επινοημένων σκηνογραφιών, όπου λαμβάνουν χώρα αλλότριες σκηνές, που παραπέμπουν σε παλαιότερους καιρούς ή και σε εφηβικά αναγνώσματα: μια βραχώδης ακτή, μ’ έναν κρυφό κόλπο, όπου αράζουν πλοιάρια με άλμπουρα, λεμβούχους και πολύτιμο φορτίο, μέλαινες φορβάδες ή, κοινώς, φοράδες. Κάπου στο βουνό υπάρχει ένα υψίπεδο, σαν σκηνή θεάτρου ή κινηματογραφικό πλατό, όπου βρίσκεται ένα ιπποφορβείο. Εκεί, καλπάζουν ελεύθερες οι φορβάδες, σαν αμαζόνες, καθώς φέρουν και τα ίδια με εκείνες ονόματα. Από εκεί διακρίνονται αιχμηρές κορυφές απόμακρων λόφων, που η φαντασία τούς δίνει ποικίλες μορφές. Ο «εγκαταλειμμένος και μονήρης» βλέπει σε αυτές την εικόνα «μια ύπτιας γυναίκας με ελαφρώς ανασηκωμένο το αριστερό της γόνατο», ενώ οι φορβάδες ερωτοτροπούν με ένα αγέρωχο άτι, που, σε άλλους χρόνους, θα ανήκε σε βασιλικό ιππικό.
Η εν λόγω αφήγηση είναι ελεγειακής πνοής, με απαστράπτον λεκτικό ποιητικής χροιάς, στο οποίο αφθονούν τα κοσμητικά επίθετα και οι υποβλητικές εικόνες. Αυτός ο τύπος της αφήγησης αναδεικνύει ακατάλυτες καταστάσεις και αρχετυπικούς χαρακτήρες, κινητοποιώντας, αλλά και συντηρώντας διά συνεχών παρεμβολών τη δεύτερη ιστορική αφήγηση, μέχρι εκείνου του καταληκτικού σημείου που θα την αφομοιώσει και θα αποκαλυφθεί το ρηξικέλευθο εύρημα του συγγραφέα. Με ένα ρητορικό ερώτημα, που απορρέει από τον τίτλο του μυθιστορήματος, εισάγεται το κεντρικό πρόσωπο της ιστορικής αφήγησης: «Ποιο φάντασμα άραγε έπιανε να παίξει με τα κρόταλα του χρόνου;». Αυτό είναι ο προπάππος του “αναχωρητή”. Ένας ωραίος εύελπις του ιππικού, με βαυαρική στολή, που τον πηγαίνει τέσσερις γενιές πίσω, στο σωτήριον έτος 1843. Συγκεκριμένα, στις παραμονές του Κινήματος της 3ης Σεπτεμβρίου. Ωστόσο, ο Μιχαηλίδης δεν αναφέρεται στην αδυναμία της Ελλάδας να καταβάλει τα τοκοχρεολύσια του δανείου, που είχε πάρει από τις Μεγάλες Δυνάμεις, ούτε στους τρεις πρεσβευτές, Άγγλο, Γάλλο, Ρώσο, που είχαν αναλάβει την εκταμίευση, καταλύοντας την αυτονομία της χώρας. Κι αυτό, παρότι η ολέθρια οικονομική κατάσταση, όχι μόνο επέσπευσε το Κίνημα, αλλά παρουσιάζει και εξαιρετικό ενδιαφέρον, καθώς δείχνει τον αφετηριακό τύπο της σημερινής οικονομικής δυσπραγίας.
Η μυθοπλασία παρακάμπτει την ιστορική αλήθεια. Εκείνο που επιζητεί είναι να αναδείξει το πώς γεννιέται και εξελίσσεται ένας μύθος. Κοινό στοιχείο σε όλες τις σκηνές, ο επιβλητικός, κάποτε και μεγαλοπρεπής, χαρακτήρας τους, ο οποίος τονίζεται και ταυτόχρονα υποσκάπτεται από την ειρωνική χροιά των περιγραφών. Στον προαύλιο χώρο του ναού του Ταξιάρχη, στο Πεδίον του Άρεως, λαμβάνουν χώρα ιππικές επιδείξεις του σώματος των ευέλπιδων. Τις παρακολουθούν ο Όθων και η Αμαλία, ντυμένοι με ελληνικές στολές, όπου η περιγραφή υπαινίσσεται πως δείχνουν πάνω τους σαν μεταμφίεση, οι αυλικοί και πλήθος λαού, που «δοξάζει τον Θεό για τούτη την ευτυχία». Στο παλάτι, τόσο στα βασιλικά δώματα του δευτέρου ορόφου όσο και στη μεγάλη αίθουσα τελετών και στα γραφεία των βαυαρών αυλικών, γίνονται εκδηλώσεις υψίστης σημασίας, όπως η παράσταση ενός αναρχικού πολωνού θεατρίνου ή ένα επίσημο δείπνο, αλλά, ακόμη, συνωμοσίες και ερωτικές συνευρέσεις. Τέλος, «στο περιβολάκι του Μακρυγιάννη», δίπλα στις κολόνες του αρχαίου ναού, αλλά και στον στάβλο με τις αγελάδες, απ’ όπου οι «βαλτοί» προμηθεύονταν τις σβουνιές που πετούσαν στον στρατηγό, καταστρώνεται το σχέδιο του Κινήματος.
Τους παρόντες επί σκηνής Βαυαρούς και Έλληνες επισκιάζουν οι Άγγλοι με τους λόγους τους για τους «αφελείς» Έλληνες και τον «γραφικό» στρατηγό τους. Ο Μακρυγιάννης και ο αρχηγός του ιππικού Δημήτριος Καλλέργης αγλαΐζονται και μαζί τους, ο Νικολής Καραχάλιος. Τον επιστρατεύει ο συγγραφέας κι ας απουσιάζει από τα ιστορικά συμβάντα, όπως τουλάχιστον τα κατέγραψε ο Μακρυγιάννης, ως πρωτοπαλίκαρο του Κολοκοτρώνη, για να ανεμίζει τη σημαία τού πρόσφατα θανόντος πολέμαρχου στις προπαρασκευαστικές για το Κίνημα συνάξεις τους. Ενώ σμικρύνονται γελοιογραφικά οι αυλικοί, αλλά και το βασιλικό ζεύγος. Εκείνο, πάντως, που δείχνει ως περιττό καρύκευμα της μυθοπλασίας είναι η αμαύρωση του Όθωνα με νύξεις ομοφυλοφιλίας και ο διασυρμός της Αμαλίας ως νυμφομανούς.
Από την άλλη, χάρη στην ερωτική βουλιμία της Αμαλίας, αναδεικνύεται το ήθος του ευέλπιδος προπάππου, που εγκαταλείπει τους «εξαίσιους βαυαρικούς λειμώνες» για να ακολουθήσει τον προστάτη του Καλλέργη, συντασσόμενος με τους εξεγερμένους. Δίπλα στον νεαρό εύελπι, μια ιδιαίτερη θέση δίνει ο συγγραφέας στον κύπριο γραμματικό της Αυλής, μυημένο στη Φιλική Εταιρεία από το 1819. Ο πάππος του, Αντρέας Μεγαλοστέφανος, ήταν γραμματέας του μεγάλου Δραγουμάνου της Κύπρου Κορνέσιου Χατζηγεωργάκη και συνεργάτης του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού. Χάρη σε αυτόν, ο συγγραφέας έχει την ευκαιρία να ανιστορήσει τη δράση των κυπρίων Φιλικών, τη σχέση τους με τον Υψηλάντη και τις προσπάθειές τους να ενταχθεί και η Κύπρος στον χάρτη της ελλαδικής επικράτειας. Παρ’ όλα αυτά, ο Καποδίστριας, κατά τη συνδιάσκεψη του 1828, δεν περιέλαβε τη Μεγαλόνησο στο νέο κράτος, ενώ την ανέφερε στα «διαμελίσματα» της Ελλάδας. Κάπως διαφορετικές εκδοχές δίνουν τα παλαιότερα μυθιστορήματα της Αγγελικής Σμυρλής και του Κυριάκου Παπαδόπουλου, που πλέκονται γύρω από τον Δραγουμάνο Χατζηγεωργάκη και το τραγικό του τέλος.
Πιστεύουμε ότι στο πλαίσιο μιας βιβλιοπαρουσίασης δεν θα πρέπει να αποκαλυφθεί η κατάληξη του μυθιστορήματος, έστω κι αν συνιστά αναπόσπαστο μέρος της όλης σύλληψης. Δείχνει, πάντως, το πώς ο Μακρυγιάννης και ο υπόλοιπος θίασος περνούν από τη μυθοπλασία της λογοτεχνίας στη μυθοπλασία μιας άλλης τέχνης, με εντελώς διαφορετικούς κανόνες.
Ταξιδεύοντας στο άτι του χρόνου
Του Στέφανου Ξένου
Δεν είναι λίγες οι φορές που οι άνθρωποι που έχουν ζήσει μια ζωή γεμάτη από συναισθήματα, υλοποιώντας τα όνειρά τους και κυνηγώντας τις ελπίδες τους, αποσύρονται πριν το τέλος, βυθισμένοι στις αναμνήσεις και στη οσμή ενός ανέμου που έχει πάψει από καιρό να πνέει.
Έτσι και ο ήρωας του συγκεκριμένου βιβλίου, έχοντας καταφύγει σε κάποιο υψίπεδο, ανασκαλεύει τις μνήμες εκείνες που τον καταδιώκουν και δεν τον αφήνουν να απαγκιστρωθεί από το παρελθόν. Θυμάται τις ιστορίες εκείνες που του αφηγούνταν η μητέρα για κάποιον πρόγονο, ο οποίος υπηρετούσε ως εύελπις στο βασιλικό ιππικό κατά τα χρόνια του Όθωνα. Με όχημα τον Λεύκιο, ένα κάτασπρο άλογο συνδέει το σύγχρονο με το παρελθόν. Ήταν η εποχή που ο Μακρυγιάννης οργανώνει το κίνημα με το οποίο θα ανατραπεί η κυριαρχία των Βαυαρών. Οι σκηνές εκτυλίσσονται με ραγδαίο ρυθμό μπροστά στα μάτια του ήρωα και με τον Λεύκιο συνοδοιπόρο ταξιδεύει στο χώρο και το χρόνο, διεισδύοντας σ’ ένα ταξίδι πάνω και πέρα από κάθε λογική και προσδοκία.
Ένα βιβλίο ντυμένο με την ιδιαίτερη αφηγηματική τεχνική του Μάριου Μιχαηλίδη, με γλώσσα λυρική και ταυτόχρονα συμπυκνωμένη και ώριμη. Οι διάλογοι μεστοί, σε βαθμό που νιώθει ο αναγνώστης ότι τίποτα δεν περισσεύει, προωθούν την εξέλιξη, ενώ παράλληλα στεριώνουν πιο γερά την ανάπλαση των χαρακτήρων και της ιστορικής αναδρομής. Η ανάθεση του μεσάζοντα στον Λεύκιο, ένα άσπρο άλογο, μπορεί εν πρώτοις να μη μοιάζει και τόσο πρωτότυπη, ωστόσο στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα παρουσιάζεται με φρέσκο τρόπο, προσδίδοντας στοιχεία μαγικού ρεαλισμού που ανά διαστήματα απογειώνουν το κείμενο.
Η ροή του βιβλίου θα κάνει τον αναγνώστη να ανατρέξει αρκετές φορές πίσω στο κείμενο για να αναζητήσει μια λέξη ή πρόταση που του έχει ξεφύγει, γεγονός που συνηγορεί στο ότι ο Μάριος Μιχαηλίδης έχει φροντίσει, ώστε τίποτα να μην κινείται στο περιθώριο, αλλά να εντάσσεται επαρκώς και πλήρως στην υπόθεση του έργου με τρόπο άμεσο και κατανοητό. Ωστόσο η ανατροπή στο τέλος του βιβλίου μπορεί προς στιγμήν να αποδιοργανώσει τον αναγνώστη, όμως εν ευθέτω χρόνω η ουσία του κειμένου και τα λογοτεχνικά πλεονεκτήματά του ξεκαθαρίζουν ενώπιόν του.
Ένα ιδιαίτερο βιβλίο που σίγουρα διεκδικεί τις δάφνες του, αφού είναι βέβαιο ότι κάποια στιγμή ο αναγνώστης θα το ξαναδιαβάσει και θα το επανεκτιμήσει ακόμα καλύτερα, σα να πρόκειται για ένα καλό κρασί.


